Νίκος Καββαδίας – Ο ποιητής της θάλασσας

Νίκος Καββαδίας

Ο ποιητής της θάλασσας

Της Ελισάβετ Μπάκα

Η «αλς», «θάλαττα» ή θάλασσα έγινε η ψυχή των έργων ιστορικών, πεζογράφων και ποιητών. Γιατί είναι μια παρουσία ζωντανή και
αυθύπαρκτη, που διέπει τη νοοτροπία και επηρεάζει τις καταβολές του λαού μας, δημιουργώντας μαζί του έναν ιδιαίτερο στενό δεσμό.

Ο Νίκος Καββαδίας αποτύπωσε στο έργο του τη θαλασσινή φύση του Έλληνα. Την επιθυμία του να τιθασεύσει το υγρό στοιχείο, το πάθος του να
χαράξει εξωτικές ρότες, αλλά που όσο και αν ταξιδεύει, η ψυχή του έχει ένα και μοναδικό αγκυροβόλιο, την Ελλάδα.

Για τον κύκλο του ο Καββαδίας ήταν ένας αγαπητός φίλος. Ένας άνθρωπος απλός, που λάτρευε τα παιδιά και του άρεσε να λέει ανέκδοτα με τη γιαγιά και τη μητέρα του στους πιο στενούς του φίλους. Όσοι τον γνώρισαν προσωπικά
διαπίστωσαν ότι, όπως ακριβώς τα γραπτά του, η διήγησή του ήταν απλή και γεμάτη ζεστά, εξωτικά χρώματα. Γύρω στα 1933 πρωτοδημοσιεύθηκαν το «Πούσι» και το «Μαραμπού» και είχαν μεγαλύτερη επιτυχία από τα ποιήματα του Σεφέρη. Οι «άνθρωποι των σαλονιών» γοητεύθηκαν, διαβάζοντας για τον «Γουίλλη, το μαύρο θερμαστή» και αυτό ήταν σίγουρα κάτι ασυνήθιστο.
Τα ταξίδια σε απέραντα πέλαγα ή οι σελίδες ενός βιβλίου δεν είναι ποτέ αρκετά για να γνωρίσει κανείς τον Καββαδία. Ήμουν τυχερή που συνάντησα έναν προσωπικό του φίλο, ο οποίος θυμάται και νοσταλγεί. Θίγει μάλιστα και ένα αμφιλεγόμενο σημείο στη ζωή του ποιητή της θάλασσας:

«Ο Καββαδίας ερωτεύθηκε μία γυναίκα και αυτή ήταν η μοναδική. Πάντοτε συνήθιζε να έχει σχέσεις μόνο με γυναίκες του λιμανιού. Πηγαίναμε, θυμάμαι, μ’ ένα κοινό μας φίλο, την εποχή εκείνη, σ’ ένα ταβερνάκι στην οδό Κυψέλης κι εκεί κάποια φορά ο Νίκος μου εξομολογήθηκε: «Δεν θέλω τίποτε άλλο, παρά να έχω δίπλα μου αυτή την κοπέλα. Έτσι νοιώθω ευτυχισμένος».

Στο μοναδικό έρωτα της ζωής του είναι αφιερωμένο και το ποίημα «Fata Morgana». Και όμως, η γυναίκα που κατάφερε ν’ αγγίξει τις πιο ευαίσθητες χορδές της ψυχής του, δεν του φέρθηκε καλά».

Το «Μαραμπού», αυτοβιογραφικό, προβλέπει το θάνατό του με ουίσκι, τζιν και μπύρα σε κάποιο λιμάνι των τροπικών. Στην πραγματικότητα ήταν στον Πειραιά. Αποκαρδιωμένος ερωτικά, πήγε να πιει, δοκιμάζοντας το προφητικό «ελιξίριο». Λίγο αργότερα πέθανε. Όμως οι άνθρωποι της θάλασσας
έχουν ανοιχτό μυαλό και έντονη αίσθηση του χιούμορ.

Ο αγαπημένος φίλος του Νίκου Καββαδία έχει και πιο εύθυμα επεισόδια να θυμηθεί: «Είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να διηγείται ανέκδοτα και αστεία. Κάποτε η Παξινού τον είχε παροτρύνει να κάνει, σε όλη την παρέα, το τραπέζι,
αποκαλώντας τον μάλιστα με το παρατσούκλι του, που ήταν «Κόλλιας». Μόλις είχε γυρίσει ο Νίκος από κάποιο ταξίδι του, όταν επήγαμε τελικά όλοι στη Βασίλαινα, μια ταβέρνα στον Πειραιά, που σερβίριζε τότε 30- 40 πιάτα. Στο μέσον του γεύματος, όμως, ζήτησε συγνώμη κι έφυγε, λέγοντας ότι θα επέστρεφε σύντομα, αφού τακτοποιούσε κάτι επείγον. Ο Καββαδίας δεν είχε χρήματα και εκείνη τη στιγμή αποφάσισε να πάει να ζητήσει ένα ποσόν από κάποιον θείο του εφοπλιστή, που είχε το γραφείο του στην περιοχή, δηλώνοντάς του ότι πέθανε η μητέρα του και είχε ανάγκη τα χρήματα αυτά για την κηδεία. Μετά από λίγη ώρα, πραγματικά, επέστρεψε στην ταβέρνα, πλήρωσε αξιοπρεπέστατα, αλλά όταν – στο μεταξύ – ο θείος του απελπισμένος από το ξαφνικό πένθος πήγε στο σπίτι του ποιητή και του άνοιξε η μητέρα του – και δική του αδερφή – κόντεψε να τρελαθεί».

Στη στεριά τον αγαπούσαν οι φίλοι του και οι γνωστοί. Εκείνος, όμως,
απογοητευμένος από τον έρωτά του, ένοιωθε την ανάγκη, να ριχτεί στη δροσερή, γαλανή αγκαλιά της πλανεύτρας θάλασσας, που κατάφερε να συνδέσει με το όνομα του, τα έργα του, τα όνειρά του. Εξομολογείτο στα φίλο του: «Θέλω να κάνω ένα μεγάλο ταξίδι. Δεν μπορώ να μείνω άλλο στην Αθήνα». Δεν πρόλαβε όμως. Τη λαχτάρα του αυτή μπορούν να την
καταλάβουν οι φίλοι του. Και είχε πολλούς. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται πολύ μεγάλα ονόματα, όπως ο Σεφέρης και ο Τσαρούχης. Ο Καββαδίας δεν είχε παντρευτεί ποτέ, δεν είχε παιδιά και όλοι οι γνωστοί του ξέρουν πόσο υπερήφανος ήταν για τη φωτογραφία, που είχε στο σπίτι του, η οποία
απεικόνιζε τον Σεφέρη, τον ίδιο, και τον ανιψιό του, στον οποίο είχε μεγάλη αδυναμία.

Τα ποιήματα που έγιναν τραγούδια

Με ό,τι κι αν ταξιδεύεις στη θάλασσα, με φορτηγό πλοίο, με «τ’ άρμενο το γοργοθάλασσο», με ένα καΐκι ή μια ταπεινή βάρκα, η θάλασσα είναι η ίδια. Μπορεί πάντα να γίνει σκληρή: «Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται, σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού». Μπορεί, όμως, να είναι ήρεμη και ρομαντική: «Με του καπετάνιου την μιγάδα, μάθημα πορείας νυχτερινό».
Οι τρικυμίες, πάντως, είναι που αφήνουν τις έντονες μνήμες, γιατί ανταριάζουν τις ψυχές και το μυαλό. Οξύνουν τις αισθήσεις κι όταν περάσουν, αφήνουν το λιθαράκι τους σε κάθε βιωματικό οικοδόμημα. «Πάει κι αυτό κι επιβιώσαμε». Όταν η θάλασσα αγριεύει, παιδεύει και τσακίζει. Όσοι την αγαπούν, τη συγχωρούν και ξαναγυρίζουν κοντά της. Μια τρικυμία ήταν η αφορμή να μελοποιήσει η Μαρίζα Κωχ στίχους του Καββαδία. Θυμάται τη στιγμή και, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, δεν πρόκειται να την ξεχάσει ποτέ. «Γνώριζα τα ποιήματα του Καββαδία και τ’ αγαπούσα πολύ. Όσα μου διηγήθηκε, όμως, ο καλός του φίλος, μου θέρμαναν ιδιαίτερα την αγάπη αυτή. Και κάποτε έζησα στιγμές μαγευτικές κι εξωτικές, έτσι όπως μόνο ο Καββαδίας μπορούσε να τις περιγράψει σε μια εικόνα. Πριν από χρόνια, βρέθηκα προσκεκλημένη στην Καρδαμύλη της Μάνης, σ’ ένα πυργόσπιτο επάνω στον κάβο. Μια νύχτα ενώθηκε η θάλασσα με τον ουρανό σε μια φοβερή τρικυμία. Τα κύματα σκέπαζαν το πυργάκι και πέρναγαν ως την άλλη πλευρά του κάβου. Τα τζάμια έσπαγαν μέσα σε μια αγριάδα, που νόμιζες ότι κι ο Ταΰγετος θα χιμούσε στο πυργάκι με τον ίδιο τρόπο, που του ορμούσε κι η θάλασσα. Αισθάνθηκα ναυαγός επάνω σε σχεδία. Και τότε μου ήρθαν στο μυαλό τα ποιήματα του
Καββαδία, που ήξερα κι αγαπούσα. ?νοιξα τα τζάμια κάποιου δωματίου που δεν είχαν σπάσει, έσκυψα έξω και άρχισα να τραγουδάω όσα θυμόμουν. Στην ουσία τραγουδούσα τη μελωδία, που νόμιζα ότι «περιείχαν». Με το ξημέρωμα γαλήνεψε ο καιρός. Σημείωσα τις μελωδίες, που είχα συγκροτήσει και τώρα βρίσκονται στη συλλογή του δίσκου με το «Πούσι» και το «Fata Morgana».

Η ψυχή του Καββαδία, που περιπλανιέται στα πέλαγα και στα καράβια, συντροφεύει και όλους τους ναύτες. Η Μαρίζα Κωχ τον αισθάνθηκε ξαφνικά «παρόντα». Έφευγα για την Καρδαμύλη με το αυτοκίνητό μου. Περνώντας από την πλατεία Κουμουνδούρου είδα αρκετούς ναύτες, που περίμεναν το λεωφορείο για το Σκαραμαγκά. Οι συγκοινωνίες όμως είχαν απεργία.
Προσφέρθηκα να τους μεταφέρω στον προορισμό τους, όπου ένας τελικά με
πλησίασε και μου είπε: «Δεν με θυμάσαι; Είμαι ο Φίλιππος». Ήταν πολύ
συγκινητική η στιγμή για μένα. Ο Φίλιππος είναι ο εγγονός της αδερφής του Καββαδία, στον οποίο είχε αφιερώσει το «Νανούρισμα για μωρά και για γέρους», που έχω μελοποιήσει».

Η ιστορία του ρεμπέτικου συναντά το έργο τον Καββαδία

Ο πόνος του αποχωρισμού του ναυτικού, γιου, συζύγου ή πατέρα, η ανασφάλεια για το γυρισμό του, τα μοιρολόγια για κάθε απροσδόκητο χαμό, είναι συνυφασμένα με τον ελληνικό ναυτικό λαό, Ανάλογες εμπειρίες, βέβαια, έχουν κι άλλοι λαοί, όπως οι Ιάπωνες. Μήπως, όμως, θέλουμε να πιστεύουμε ότι η ελληνική έκφραση υπερέχει ή είναι πραγματικά έτσι; Η Αυστραλέζα Gail Halst ή «Ηλέκτρα», έχει γράψει «Την ιστορία του Ρεμπέτικου» και μετέφρασε όλο το έργο του Καββαδία. Γνήσια φιλέλλην, δημιούργησε και κρατά έδρα Αρχαίων Ελληνικών σε Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Κι έχει αποδείξει ότι είναι απολύτως άξια γι’ αυτό. «Μεγάλη μου επιθυμία ήταν να βγάλω το βιβλίο με τα μεταφρασμένα ποιήματα του Καββαδία, σε συνεργασία με κάποιο μεγάλο εκδοτικό οίκο, διότι είναι από τους ποιητές, που σέβομαι πολύ. Στο
εξωτερικό όμως, ο κόσμος δεν πολυδιαβάζει τον Καββαδία και πολύ φοβάμαι ότι και στην Ελλάδα δεν είναι από τους πολύ γνωστούς. Βεβαίως τον γνωρίζουν καλά όλοι οι ελληνολάτρεις, οι Έλληνες ναυτικοί και όσοι σχετίζονται μ’ αυτούς. Θα τολμούσα να πω ότι συγκρίνω τον Καββαδία με τους Μπωντλαίρ και Ρεμπώ, ενώ θεωρώ ότι είναι ανώτερος από τον Ελύτη και τον Σεφέρη. Θα έλεγα ότι, στη γενιά του είναι εφάμιλλος του Καρυωτάκη. Πολλοί Έλληνες όμως, ίσως δεν τον έχουν καταλάβει ακόμα. Για μένα εισαγωγή στην ποίηση του Καββαδία ήταν η Μαρίζα Κωχ, αφού δίπλα της, την άκουγα, τη μάθαινα και την ένοιωθα. Κάποια στιγμή θέλησα να γνωρίσω την αδερφή του ποιητή, τη Ζένια, από την οποία ζήτησα μάλιστα τα δικαιώματα, για να κάνω την μετάφραση του έργου του. Μου απάντησε ότι αμφέβαλε πως θα τα κατάφερνα, κι αυτό φυσικά επειδή δεν ήμουν Ελληνίδα. Η έξυπνη ιδέα της Μαρίζας ν’ αφήσουμε στη Ζένια το βιβλίο μου, την «Ιστορία του Ρεμπέτικου» ανέτρεψε τα πάντα, μαζί και την αρχική μου απογοήτευση. Την άλλη μέρα το πρωί μου τηλεφώνησε και είπε ότι είχε καταλάβει τον λόγο που η Μαρίζα επέμενε, ότι είμαι σε θέση να μεταφράσω τον Καββαδία. Χρειάστηκαν πέντε χρόνια, για να ολοκληρώσω τις μεταφράσεις. Τρία καλοκαίρια με τη βοήθεια της Ζένιας, μένοντας στο σπίτι της και τον υπόλοιπο χρόνο, έχοντας καθημερινά κοντά μου τα βιβλία του Καββαδία, όχι όμως σαν εργασία αλλά σαν μεράκι. Τελικά η έκδοση βραβεύθηκε στη Ν. Υόρκη. Είχαμε καταφέρει ν’ αποδώσουμε την ποίησή του πολύ καλά. Μια ποίηση, που μπορεί να στρέφεται γύρω από το ίδιο θέμα, αλλά είναι πάντοτε περιγραφική και γοητευτική. Η θάλασσα, οι ναυτικοί, τα ταξίδια ισοδυναμούν με την ίδια τη ζωή στην Ελλάδα, από την Οδύσσεια και μετά. Υπάρχει μια νοσταλγία για ένα κόσμο χαμένο. Για το ανατολίτικο στοιχείο της Ελλάδας, που έχει μείνει εκεί στα Μικρασιάτικα παράλια. Ο Καββαδίας, παρόλο που δεν είναι «λαϊκός» αλλά διανοούμενος, αντιπροσωπεύει με τον καλύτερο τρόπο την ελληνική ψυχή. Ακόμα και τα πιο ελαφρά του ποιήματα έχουν έναν αδιόρατο πόνο μέσα τους και μια μοναξιά. Αυτό που λυτρώνει, όμως, την ψυχή του Έλληνα από τέτοια συναισθήματα είναι ο τρόπος που τα προσεγγίζει, ακόμα και τον ίδιο το θάνατο. Όπως έλεγε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης «πλησιάζοντας τον πόνο με χιούμορ, καταφέραμε να επιζήσουμε στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Μόνο εμείς, οι Ιταλοί και οι Ισπανοί εξασφαλίζαμε με αυτόν τον τρόπο τις μικρές απολαύσεις της στιγμής. Εκτός από τους μεσογειακούς λαούς, αμφιβάλλω, αν άλλοι μπορούν να το κάνουν». Κι αυτό, ο Καββαδίας το ήξερε. Κι εγώ αισθάνομαι ότι ξέρω τον Καββαδία, ίσως καλύτερα από τους φίλους του και θεωρώ ότι είναι σημαντικό να γνωρίζεις έναν άνθρωπο μέσα από το έργο του. Μιλώντας για τη θαλασσινή έμπνευση από τα ποιήματα του Καββαδία, θέλω να σχολιάσω το βιβλίο της Μαρίζας «η γοργόνα ταξιδεύει το μικρό Αλέξανδρο». Ένας από τους πιο δημοφιλείς ελληνικούς θρύλους, η γοργόνα, παίρνει ένα παιδάκι, τον Αλέξανδρο. Η καταγωγή του είναι από τη Ρωσία και στη γλώσσα τους λέγεται Σάσα. Το αποκαλεί, όμως, Αλέξανδρο, αντιπροσωπεύοντας με αυτό το όνομα, κάθε Ελληνόπουλο. Από τη Μαύρη Θάλασσα, το φέρνει μέσω του Ελλησπόντου στο Αιγαίο κι εκεί του
φανερώνει πρώτα την Ίμβρο, την Τένεδο και κατόπιν όλα τα ελληνικά νησιά. Στο τέλος, ο Αλέξανδρος γίνεται καπετάνιος. Κάποτε, τον καιρό που μετέφραζα τον Καββαδία, έχασα τον γιό μου. Τον έλεγαν Σάσα. Το παιδί αυτό ξέρω ότι «ταξιδεύει» ανάμεσα στα τραγούδια της Μαρίζας και στα ποιήματα του Καββαδία».

Και εμείς όμως ξέρουμε ότι η ψυχή του Καββαδία περιπλανιέται ανάμεσα σε
σκουριασμένες λαμαρίνες, σκοτεινά αμπάρια, επάνω σε κάθε πορεία, που χαράσσουμε στους χάρτες. Όσοι ταξιδεύουν κι έχουν αφεθεί στο μεγαλείο της, δεν μπορεί παρά κάπου να την έχουν ανταμώσει. «Θυμάσαι, που ταξίδια
ονειρευόμουνα κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα, κι όλο η μητέρα μου έλεγε: Το Μάρτη»…

ΣΣ:
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή πόλη της Μαντζουρίας κοντά στο Χαρμπίν, από γονείς Κεφαλλονίτες. Πολύ μικρός πρωτοταξίδεψε, όταν οι γονείς του αποφάσισαν να επιστρέψουν στο νησί τους, αν και, η οικογένεια Καββαδία θα ζήσει ελάχιστα εκεί, και τελικό της λιμάνι θα είναι ο Πειραιάς, στον οποίο μετοικεί το 1921, όταν ο Νίκος είναι μόλις 11 ετών. Στον Πειραιά ο ποιητής τελειώνει Δημοτικό και Γυμνάσιο. Μαθητής ακόμη του δημοτικού, γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Το 1929 μπαίνει υπάλληλος σε ένα ναυτικό γραφείο. Αντέχει μόνο λίγους μήνες να βλέπει τους άλλους να ταξιδεύουν. Τα καράβια κι η θάλασσα είναι το όνειρό του. Μπαρκάρει ναύτης σε φορτηγό, και για μερικά χρόνια συνεχίζει να φεύγει με τα φορτηγά, γυρίζοντας πίσω μονίμως ταλαιπωρημένος και αδέκαρος… Η ανέχεια τον κάνει ν’ αποφασίσει να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή. Στην αρχή σκεφτότανε να γίνει καπετάνιος, μα τα χρόνια είχαν περάσει, τα είχε φάει η λαμαρίνα και το δίπλωμα του Ασυρματιστή ήταν ο μόνος σύντομος και αξιοπρεπής δρόμος για τα καράβια. Παίρνει το δίπλωμα του το 1939, αλλά αντί να μπαρκάρει βρίσκεται στρατιώτης στην Αλβανία και κατόπιν ξέμπαρκος στην Αθήνα με την γερμανική κατοχή. Μόλις τελείωσε ο πόλεμος , το 1944, ξαναμπαρκάρει, αδιάκοπα πια, ως ασυρματιστής, γυρίζοντας όλο τον κόσμο, ως το Νοέμβρη του 1974. Τρεις μήνες άντεξε μακριά από τη θάλασσα. Πεθαίνει από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 10 Φεβρουαρίου του 1975. Ο Νίκος Καββαδίας είναι ίσως ο μόνος που αξίζει τον χαρακτηρισμό του απόλυτα βιωματικού στην ποίησή του. Μιλάει πάντα για τα καράβια που έζησε, τους ναυτικούς που γνώρισε, τους έρωτες, τους καυγάδες και τους θανάτους στα λιμάνια, με την γλώσσα των καραβιών ,αλλά και κάποιους ιδιωματισμούς της Κεφαλλονιάς, να μπλέκονται στα γνήσια λαϊκά ελληνικά του. Ο έρωτάς του για τα ταξίδια και τη θάλασσα, πάθος τρομερό, σχέση αγάπης και μίσους, ο ίδιος έρωτας που τον οδήγησε να μπαρκάρει μικρός, μόλις 19 ετών, αφήνοντας την σίγουρη δουλειά του ναυτικού γραφείου, είναι ορατός σε κάθε στίχο του και τόσο δυνατός που διαπερνά τον αναγνώστη, τον κάνει να ξεχάσει τις γνωστές λέξεις και τους ναυτικούς όρους και να συνεπαρθεί απόλυτα από την αλήθεια του Λόγου του Ποιητή. Ο Νίκος Καββαδίας άφησε πολύ λίγα πίσω του, μόλις τρεις ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα και τρία μικρά πεζά. Ταπεινά παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα και η ταπεινότητά του αυτή, μαζί με την μελοποίηση πολλών ποιημάτων του, τον έφερε κοντά στη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, κάνοντάς τον έναν από τους πιο δημοφιλείς μας ποιητές, δυστυχώς μετά τον θάνατό του.